Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Σ' όποια γλώσσα κι αν το πεις...

(λίγο πριν την παρουσίαση του βιβλίου, ό,τι βλέπαμε έξω απ' το "σπιτάκι του συλλόγου"...)


Στην Καστοριά,
Κυριακή 24 Οκτωβρίου,
ο πολιτιστικός σύλλογος "Χλόη-Φουντουκλή" και το βιβλιοπωλείο ΑΛ.ΠΑ books,
στο σπιτάκι του συλλόγου, παρουσίασαν το βιβλίο
«Σ’ ΌΠΟΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΠΕΙΣ…»,
της Δέσποινας Λάππα-Κόντου,
εκδόσεων ΔΙΟΠΤΡΑ


Μίλησαν για το βιβλίο η συγγραφέας και η φιλόλογος Ιωάννα Λουλάκη, η οποία διάβασε και αποσπάσματα. Κατά το διάλογο που ακολούθησε έκανε παρέμβαση η φιλόλογος Αλεξάνδρα Πάντσου.

Η συγγραφέας Δέσποινα Λάππα-Κόντου















σ' αυτούς

που

την

άκουγαν



είπε τα εξής:

Τρία χρόνια πριν την έκδοση του τελευταίου βιβλίου μου, (κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο) μου μίλησαν για ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ήθελε να με γνωρίσει, με σκοπό να μου διηγηθεί την ιστορία του, ώστε να γράψω, αν την έβρισκα ενδιαφέρουσα, ένα μυθιστόρημα βασισμένο σ’ αυτήν.
Δέχτηκα την πρόσκλησή τους με επιφύλαξη, όμως μία και μόνο συνάντηση και το θέμα των όσων μου είπαν περιληπτικά εκείνη την ημέρα ήταν αρκετά να με κάνουν να ασχοληθώ μαζί τους. Πρόκειται για το Βολιώτη Νίκο Σαμούρη και την Ουκρανή σύζυγό του Αντωνία, που έζησαν μαζί 65 ολόκληρα χρόνια.
Οι συχνές συναντήσεις που ακολούθησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν για μένα ώρες δημιουργίας, συγκίνησης, χαράς, έκπληξης και έντασης, αφού τα λεγόμενά τους ήταν γεμάτα με έντονα συναισθήματα, φορτισμένα από γεγονότα, που αν και συνέβησαν πριν από δεκαετίες είχαν βαθιά χαραχτεί στο νου και στην ψυχή τους.
Από την πρώτη στιγμή οι αφηγήσεις τους ξεδιάλυναν στο νου μου ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν οδηγούνταν μόνο οι Εβραίοι, ότι και η ζωή των άλλων κρατουμένων, Χριστιανών, τσιγγάνων, ομοφυλόφιλων, ατόμων αδικημένων από τη φύση, δεν είχε καμία αξία. Δούλευαν εξοντωτικά, εκτελούνταν για ασήμαντους λόγους, πέθαιναν από κακουχίες και άθλιες συνθήκες διαβίωσης.
Το ζευγάρι όμως που πρωτοειδόθηκε για λίγες στιγμές μέσα στην κουζίνα του στρατοπέδου, δέθηκε, όταν τυχαία της ανέθεσαν να τον φροντίζει μετά τον τραυματισμό του. Γύρισε στην πατρίδα του Νίκου, αντιμετώπισε δυσκολίες στη μετακατοχική Ελλάδα, στη συνέχεια επέλεξε να πάει στην Ουκρανία, στους δικούς της, και να επιστρέψει από εκεί, για να εγκατασταθεί μόνιμα πια στο Βόλο. Είχε πάντοτε βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του ότι «υπεράνω όλων είναι η αγάπη» όπως είπε με έμφαση η Αντωνία κλείνοντας την ολιγόλεπτη παρέμβασή της μετά την παρουσίαση του βιβλίου στο Βόλο. Ο Νίκος συμπλήρωσε και τέλειωσε λέγοντας «ποτέ πια πόλεμος».
Αρχές και αξίες ανθρώπων που αρχικά έζησαν μια ζωή ταραγμένη κι έπειτα πολύ γεμάτη.
Φυσικά, όπως σε κάθε μυθιστόρημα αυτού του είδους, η ζωή και η δράση των πραγματικών ηρώων, μπλέκονται με τις αντίστοιχες άλλων, των φανταστικών, σ’ ένα αδιαχώριστο σύνολο.
Δυστυχώς η Αντωνία έφυγε πρόσφατα αφήνοντας πίσω της τους ανθρώπους που αγαπούσε και την αγαπούσαν, την κόρη τους, δυο εγγόνια και πέντε δισέγγονα και προπαντός το Νίκο που μου είπε χαρακτηριστικά «μετά από 65 χρόνια που ζήσαμε μαζί, δεν ήταν το άλλο μου μισό, ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός ».
Άνθρωποι-παραδείγματα, που δίνουν μαθήματα ζωής.
----------------------------------------------------------

Η Ιωάννα Λουλάκη:

Στο μυθιστόρημα έχουμε ανθρώπινες ζεστές τρυφερές σκηνές, ανάμεσα σε σκληρά ψυχρά πολεμικά γεγονότα.
Συνειρμοί που μου δημιουργήθηκαν:
Διαβάζοντας-απολαμβάνοντας-ρουφώντας τις σελίδες του βιβλίου μού ήρθαν στο νου άλλα λογοτεχνικά μας κείμενα με αντίστοιχες σκηνές και μηνύματα. Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου, Η ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, Συννεφιάζει του Λουντέμη, Διπλό βιβλίο του Δ.Χατζή, αλλά και άλλα…
Μπορούμε να παραλληλίσουμε το έργο με την Ιλιάδα, όπου ανθρώπινες σκηνές – όπως η μονομαχία Γλαύκου-Διομήδη που κατέληξε σε φιλία με ανταλλαγή δώρων ή η σκηνή με τον Πρίαμο που έρχεται στον Αχιλλέα και κλαίνε αγκαλιασμένοι ή η τρυφερή σκηνή Έκτορα-Ανδρομάχης – ανάμεσα σε σκληρά πολεμικά γεγονότα τονίζουν το παράλογο του πολέμου. Δηλαδή πολεμικό έργο με αντιπολεμικό μήνυμα… Αυτό φώναζα μέσα μου καθώς διάβαζα το βιβλίο : «Όχι πόλεμος, ο πόλεμος είναι παράλογος!»
«Σ’ όποια γλώσσα κι αν το πεις, το πιο σημαντικό είναι η αγάπη», λέει η συγγραφέας Δέσποινα Λάππα-Κόντου. «Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ’ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις», διαβάζουμε στη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη… Και σε άλλο σημείο, στο απόσπασμα «ο λόφος με τις παπαρούνες», λέει ο Μυριβήλης: «Φάγαμε μαζί, κουβεντιάζαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ’ τη γλώσσα τ’ αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη και η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα»… Αυτές οι γεμάτες αγάπη στιγμές μού ήρθαν στο νου όταν πρωτοσυναντήθηκαν, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Λάντσεντορφ, οι πρωταγωνιστές της αληθινής ιστορίας μας, ο Νίκος απ’ το Βόλο και η Αντωνία απ’ την Ουκρανία, τι κι αν δεν ήξερε ο ένας τη γλώσσα του άλλου …συνεννοήθηκαν περίφημα!
«Τότε διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματά τους. Ανοιχτόχρωμα τα μάτια της που τον κάρφωσαν… Την επόμενη φορά που διασταυρώθηκαν, ο Νίκος τής είπε εκείνο το «καλημέρα συντρόφισσα» στα ρώσικα που είχε στο μεταξύ φροντίσει να μάθει… εκείνη κοκκίνισε, ταράχτηκε, δεν το περίμενε, κοντοστάθηκε για λίγο, τον κοίταξε ωστόσο θαρρετά και ανταπάντησε «καλημέρα σύντροφε». Αυτό ήταν…» Δεν είχε σημασία αν δεν ήξεραν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Δε χρειαζόταν να πουν με πολλά λόγια ό,τι ένιωθαν… Έφταναν τα βλέμματα και, λίγο αργότερα στο νοσοκομείο, το άγγιγμα… «άπλωσε το δικό της και το χάιδεψε από το μπράτσο μέχρι τα ακροδάχτυλα. Ο Νίκος αφέθηκε σ’ αυτό το χάδι… Μόνο η μάνα μου θα με χάιδευε έτσι ή κάποιος που καταλαβαίνει από πόνο σκέφτηκε». Και το αποκορύφωμα, η ένωση, στο ξενοδοχείο… «Όλα αυτά τα έλεγαν τα μάτια τους, τα χείλη τους, οι κινήσεις, τα χέρια τους που άγγιζαν…»
Ένας τρυφερός άνθρωπος, όπως η Δέσποινα, θα μπορούσε να δώσει έτσι αυτές τις μοναδικές-ανεπανάληπτες στιγμές…
Στη συνέχεια η επιστροφή στην πατρίδα, στη ζωή… Οι δυσκολίες πολλές. Σκηνές αντίστοιχες μου ήρθαν στο νου όπως αυτές της επιστροφής στην πατρίδα στο «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, αλλά και στο «Γυρισμό του ξενιτεμένου» από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ του Γιώργου Σεφέρη… Βεβαίως και πάλι στον Όμηρο, στην Οδύσσεια…
Και πάλι «ο νικητής» είναι …«λιουμπόβ», αγάπη…
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε για το βιβλίο:
Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία μέσα από τη λογοτεχνία. Ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσουμε τα ιστορικά γεγονότα. Και φαίνεται να κατέχει την ιστορία η συγγραφέας. Τα δίνει παραστατικότατα, η γραφή της μπορεί να χαρακτηριστεί κινηματογραφική, θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για κινηματογραφική ταινία… Και εικόνες ζωντανές! Αν ήμουν ζωγράφος θα γέμιζα πίνακες…
Είναι απ’ τα βιβλία που νομίζω πως πρέπει να υπάρχει στις σχολικές βιβλιοθήκες, αλλά και αποσπάσματά του στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Γυμνασίου-Λυκείου.
Αλλά και ένα ποιητικό-μουσικό έργο μού έφερνε στο νου το βιβλίο: Το Μαουτχάουζεν των Ιάκωβου Καμπανέλη και Μίκη Θεοδωράκη. Και πιο πολύ το «Άσμα ασμάτων».
Οπότε, ως επίλογο, ακούσαμε με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη από το Μαουτχάουζεν



Η Αλεξάνδρα Πάντσου:

Με το τέταρτο μυθιστόρημά της η συγγραφέας Δέσποινα Κόντου πρόσθεσε στην ιστορία της λογοτεχνίας άλλη μια Νostopia, δηλαδή μια λογοτεχνική σύνθεση, η οποία, προβάλλοντας το διαχρονικό θέμα του Νόστου, μας παραπέμπει χρόνια πίσω στον Όμηρο και ιδιαίτερα στην Οδύσσεια. Οι ήρωες του μυθιστορήματος, ξεριζωμένοι βίαια από τον τόπο τους, υφίστανται τις τραγικές συνέπειες της ‘Κατάρας της Ελληνικής Φυλής’, οι αιτίες της οποίας εντοπίζονται στις βαριές αμαρτίες του Οιδίποδα. Έτσι αυτοί, περιπλανώμενοι εν καιρώ πολέμου σε ξένες χώρες, βιώνουν τη δική τους Οδύσσεια. Έχοντας, όμως, ως μοναδικό κίνητρο επιβίωσης την επιστροφή τους στην πατρίδα, κάνουν έναν άνισο αγώνα για να εκπληρώσουν το πολυπόθητο Νόστιμον Ήμαρ, καθώς φαίνεται να πιστεύουν ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα ολοκληρώσουν φυσιολογικά τον κύκλο της ζωής τους. Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή πραγματικότητα του πολέμου διαμηνύει πως η επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς ως μόνη ελπίδα σωτηρίας προβάλλεται η επώδυνη διαδικασία της Κάθαρσης από τα προγονικά αμαρτήματα μέσα από τα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα οποία σαφώς η συγγραφέας παραπέμπει στην Κόλαση του Δάντη. Εκεί οι ήρωες του μυθιστορήματος θα φτάσουν στα έσχατα όρια του εξευτελισμού, για να μπορέσουν μετά, αναδυόμενοι μέσα από την πυρά, να διεκδικήσουν το Έλεος. Όμως, αν και ο Νόστος εκπληρώνεται, η Αναγνώρισή του φαίνεται να είναι τραυματική, γιατί η προσπάθεια ‘Επιστροφής στα Ίδια’ αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων αδύνατη. Δεν είναι μόνο ότι απουσιάζουν πολλά από τα προσφιλή πρόσωπα των πρωταγωνιστών του λογοτεχνήματος, αλλά είναι και το άξενο περιβάλλον που αυτοί συναντούν ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας. Εξάλλου και οι ίδιοι, έχοντας ήδη απολέσει την παιδική τους αθωότητα, πιθανόν να έχουν αλλάξει. Αυτό, όμως, που τελικά οι τραγικές περσόνες του μυθιστορήματος συνειδητοποιούν είναι ότι αυτοί πρέπει τώρα να ξεκινήσουν έναν άλλον αγώνα επιβίωσης, ο οποίος υπαγορεύεται από τις αντίξοες συνθήκες που έχουν να αντιμετωπίσουν σε μια πατρίδα παντελώς κατεστραμμένη από έναν αδελφοκτόνο πόλεμο. Έτσι, η σκηνή της βουτιάς στον επίλογο του έργου είναι σαφώς δηλωτική της προσπάθειάς τους για μια καινούργια αρχή μέσα από την κάθαρση και το αναβάπτισμα του ψυχικού τους κόσμου, που εμφανώς διαδηλώνουν τη συνάντηση της συγγραφέως με την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, η οποία είναι παρούσα και σε άλλες σκηνές του έργου.
Ωστόσο, αυτό που πρέπει να θεωρηθεί ως το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο του μυθιστορήματος είναι το ‘Μοτίβο της Αγάπης’, το οποίο προβάλλεται από την κ. Κόντου ως ύψιστο ιδανικό και σταθερή αξία. Χωρίς το συναίσθημα αυτό οι ήρωες του μυθιστορήματος δεν θα αποδεικνύονταν ικανοί να αποσοβήσουν τον θάνατο, ο οποίος επικρέμαται συνεχώς απειλητικός μέσα στην Νέκυια των στρατοπέδων. Συνεπώς, η συγγραφέας δικαίως αντιπαραβάλλει την αγάπη στο σκότος και την αντάρα του πολέμου, υπερτονίζοντας συγχρόνως ότι αυτή τελικά είναι και η μόνη ελπίδα σωτηρίας.
Τέλος, προσεγγίζοντας συγκριτικά τις προηγούμενες δουλειές της Δέσποινας Κόντου με το Σ’ Όποια Γλώσσα κι αν το πεις, εκτός του ότι διαπιστώνουμε την έκδηλη ωρίμανση της συγγραφέως, επιπλέον ανιχνεύουμε και τις πηγές της έμπνευσής της: πρόκειται για εμπειρίες που αυτή απεκόμισε ως σύζυγος του Σωτήρη Κόντου, γιου του Παύλου του Κόντου, αρχηγού μιας μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας, η οποία έζησε τη δική της Οδύσσεια, περιπλανώμενη μετά τον Ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στις Ανατολικές Δημοκρατίες. Είναι γεγονός ότι η ξεχωριστή αγάπη και οι ισχυροί δεσμοί των μελών αυτής της οικογένειας, τα οποία είχαν διασκορπιστεί από τη Ρουμανία ως την Τασκένδη, κράτησε άσβηστο τον πόθο τους για την επανένωσή τους στην πατρίδα.

Στην Δέσποινα, που είναι μια από τις πιο πολύτιμες φίλες μου!

3 σχόλια:

ΙΛΥΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ είπε...

καλημέρα Ιωάννα μου!!
Πολύ όμορφη παρουσίαση!!
θα 'ηθελα πολύ να ήμουν εκεί αλλά έλειπα εκτός πόλεως..και έτσι χάσαμε την ευκαιρία να τα ξαναπούμε..
Μια όμορφη καλημέρα σου αφήνω..αν και βροχερή!! :)

Ιωάννα Λουλάκη είπε...

Καλώς την Πέλα μου! Χαθήκαμε κάπως...
Θα τα πούμε αύριο εκ του σύνεγγυς...
Θα δοκιμάσεις και το γλυκό κυδώνι που έκανα (απ' τα κυδώνια μας!) Αλλά και το ποτό μου από κράνα Επταχωρίου έγινε γευστικότατο!!

Γιώργος, Στιχο-Μυθία είπε...

Πολύ δυνατό story.. Θα το διαβάσω και θα σου πω τις εντυπώσεις μου Ιωάννα..