Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα


Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει,

και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει.

Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι.

Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι.

Δι ημάς γάρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Κάλαντα Χριστουγέννων

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Οι κουραμπιέδες της μάγισσας Κουτουρού



Οι καλύτεροι
κουραμπιέδες
που απόλαυσα
αυτές
τις
μέρες...
δοκιμάστε
τους
μικροί
μεγάλοι!!

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

..η μεγάλη Ελληνίστρια Jacqueline de Romilly..

περισσότερα εδώ
(ευχαριστώ καλή μου roadartist)

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

κότσυφας-λωτοφάγος...






8 το πρωί
στην αυλή μας,








στο Επταχώρι Καστοριάς...

...μεσημέρι...


Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Χιόνι...


Οι κοτούλες της γειτόνισσας σήμερα...

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

στο Μουσείο, Τετάρτη 24 Νοεμβρίου


Μια ματιά
αριστερά...
(πριν μπω
στην Αποθήκη Α,
όπου το μουσείο)













κάπου
ανάμεσα
στα κτίσματα,
μου είπαν,
θα το βρω...


και, ενώ δεν έχει παράθυρα,
μου ανοίγονται οι χώροι -"τόποι"...

(σα να μου θυμίζει κάτι αντίστοιχο εδώ... και αναπολώ... και νοσταλγώ...)




γυρίζω
και
ξαναγυρίζω...


βλέπω
και
ξαναβλέπω...

ταξιδεύω...







βρίσκω
και
βιβλία ξεφυλλίζω...

...θα ξαναπάω!..

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

λωτός μελιηδής...

τῶν δ᾽ ὅς τις λωτοῖο φάγοι μελιηδέα καρπόν,
οὐκέτ᾽ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι,
ἀλλ᾽ αὐτοῦ βούλοντο μετ᾽ ἀνδράσι Λωτοφάγοισι
λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι.
Οδύσσεια, ραψ. ι



ο λωτός μας χθες...

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Πολυτεχνείο. Νοέμβρης 1973


Ζούσε τη ζωή του

σαν να τη θυμόταν

Μαρτυρία

Δημήτρης Παπαχρήστος

Εκδ. Καστανιώτης (Έτος 1ης έκδ. 2003)




(Αποσπάσματα)

Όταν δεν αξίζει τη ζωή μας να τη διηγηθούμε, είναι σαν να μην τη ζήσαμε.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ό,τι περιλαμβάνεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου είναι η ζωή μου και οι σκέψεις μου, είναι οι ευαισθησίες και τα σκιρτήματα ενός νέου της εποχής και του δύσκολου καιρού που ζήσαμε πριν από τριάντα χρόνια και απευθύνεται στα σημερινά παιδιά, μια και οι καιροί δυστυχώς το επιβάλλουν, γιατί έχει φανεί πως νοσταλγούν κάτι που δεν έζησαν, δηλαδή την εξέγερση του Πολυτεχνείου, και ψιλοζηλεύουν, κι αυτό είναι παρήγορο και ελπιδοφόρο, γιατί προετοιμάζονται να κάνουν το «δικό» τους, κάτι περισσότερο και ουσιαστικότερο, κόντρα στους κάθε λογής απολογητές του συστήματος, που προσπάθησαν και το Πολυτεχνείο και τους αγωνιστές «ελεύθερους πολιορκημένους», να απομυθοποιήσουν, να συκοφαντήσουν, να το διαστρεβλώσουν και να μας διαβάλουν σε τέτοιο βαθμό, που από ήρωες που μας ανέβαζαν και μας κατέβαζαν και μας βάφτισαν οι ίδιοι, να μας κάνουν να αισθανόμαστε ένοχοι και απολογούμενοι. Γιατί το Πολυτεχνείο, πρέπει να το καταλάβουμε, μας ξεπέρασε, έγινε σύμβολο, ένα αγκάθι στα μαλακά της υπνώττουσας κοινωνίας, έγινε επικίνδυνο και ενοχλητικό σε κάθε εξουσία, γιατί θυμίζει, γιατί δείχνει το δρόμο του αγώνα, της σύγκρουσης και της ρήξης, είναι κάτι πιο πολύ από αυτό που ζήσαμε, έγινε φως, κόκκινη μνήμη, λαμπρό ορόσημο, σημάδεψε το χρόνο, έγινε Ιστορία.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Το 1973 ήταν η αποκορύφωση του φοιτητικού κινήματος, που έφτασε να σημαδευτεί από την κατάληψη της Νομικής και την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Από το 1969 μια χούφτα φοιτητών με πρωτοφανέρωτους τρόπους δράσης και οργάνωσης είχε πάρει την απόφαση να αγωνιστεί για την ανατροπή της χούντας. Τα δύο χρόνια προετοιμασίας που οδήγησαν στο Πολυτεχνείο δεν ήταν μια στροφή στην Πατησίων, να μπούμε μέσα να το καταλάβουμε και να τα σπάσουμε για να γίνουμε θέαμα των καναλιών, όπως συνέβη πολλές φορές στις επετείους στο όνομα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου του 1973. Είναι γεμάτα από ξεχωριστά γεγονότα, από προσωπικές ιστορίες, από συλλήψεις και βασανιστήρια, που έγιναν τα μοναδικά βιώματά μας, με αποτέλεσμα να συγκροτηθεί ένα ανεπανάληπτο πειστικό φοιτητικό κίνημα, που έμελλε να γράψει τη δική του σελίδα στο νεολαιίστικο κίνημα της πατρίδας μας, που συνδέθηκε με το παρελθόν, με το κίνημα της δεκαετίας του ΄60 και του 1-1-4, και εκφράστηκε με το σύνθημα ΕΛΑΣ – ΕΑΜ –ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, για να πάει πιο πίσω, μακρύτερα και βαθύτερα, στην Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

(Φεβρουάριος 1973)

Το κίνημα πλέον δρα ανοιχτά και μαζικά, συγκρούεται με την αστυνομία σπάζοντας το φόβο και την τρομοκρατία. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η χούντα αναγκάζεται, για να αποκεφαλίσει το φοιτητικό κίνημα, έτσι πίστευε, να διακόψει την αναβολή περισσότερων από εκατόν είκοσι φοιτητών, όπως έχω αναφερθεί, των πρωταίτιων, από όλες τις σχολές.

Η πράξη της αυτή έριξε λάδι στη φωτιά. Εμείς βρεθήκαμε στο στρατό και η παρουσία μας εκεί λειτούργησε καταλυτικά στους στρατιώτες, που μας είδαν εν πολλοίς με συμπάθεια. Η χούντα βρέθηκε στριμωγμένη, έμεινε ανεκδιήγητος ο λόγος του Παπαδόπουλου στη συνάντησή του με τους πρυτάνεις, που τους απειλούσε, τους εξευτέλιζε επί μία ώρα και κανένας δεν τόλμησε να μιλήσει, υποσχόμενος σ’ εμάς πως θα μας έδιναν άδειες για να τελειώσουμε τις σπουδές μας, και οι συμφοιτητές μας έξω και μέσα στις σχολές με κύριο σύνθημα «Φέρτε μας τα αδέρφια μας πίσω» δυνάμωσαν τον αγώνα και το κίνημά μας.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΞΑΝΘΗΣ,

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΟ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ 516 Τ.Π.

ΤΟ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 1973

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Στο τζόκεϊ που φορούσα είχα γράψει κάτω απ΄ το γείσο «Στρατιώτης-φοιτητής Δ.Π.» και πιο κάτω «Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός ευθύς εγέμισε άνθη…» Δ.Σ. Όλοι οι στρατιώτες συνήθιζαν να γράφουν κάτι στο καπέλο τους.........................................................

………………………………………………………………………………………………………………..Με διαταγή και απειλές απαιτήθηκε να σβηστεί αμέσως…………………

………………………………………………………………………………………………………………..Το πράγμα δε σταμάτησε ως εκεί, είχε και συνέχεια. Μετά την αναφορά με κάλεσε το Δεύτερο Γραφείο για να ξεκαθαρίσει την υπόθεση.

Στην αρχή άρχισε να φωνάζει και να φοβερίζει.

«Θα σε κάνω, θα σε φτιάξω αν δε βάλεις μυαλό, να πάψεις να΄σαι προκλητικός, εδώ θα γίνεις με το ζόρι παπαδοπουλικός. Θα σας εξαφανίσουμε κτλ. Εμείς είμαστε ο σεισμός; Το χάσμα, ε; Κι εσείς είστε τα άνθη! Κοιτάξτε άνθη! Αυτά που ήξερες να τα παρατήσεις…»

Προσπάθησα να στηριχτώ στο «εθνικός ποιητής», που έγραψε τον ύμνο στην ελευθερία που τον τραγουδάμε στη γραμμή. Μα δεν έπιασε.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΗ ΜΕΣΗ.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΟ 1972, ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ

Αθήνα 9 του Μάη 1972

Γεννήθηκα στη βόρειο Εύβοια. Το όνομά μου είναι Παπαχρήστος Δημήτρης.

Στα μικρά μου χρόνια πέρασα τη ζωή μου εντελώς βουκολικά. Αγάπησα τη φύση όσο τίποτε άλλο. Σ’ αυτό ίσως να συνετέλεσε και ο Κρυστάλλης που διάβαζα στο σχολείο. Επειδή ο πατέρας μου ήταν γεωργός, το μόνο που μου έμαθε στην αρχή ήταν ν’ αγαπάω τη γη σαν μάνα μου, γιατί αυτή μας έτρεφε, και τα ζώα που είχαμε στο σπίτι, γιατί τον άνθρωπο έχουν θεό τους.

Πόνεσα τη γη, τους απλούς ανθρώπους του χωριού, θαύμασα τη φύση και τις ομορφιές της και με τους δασκάλους και τους καθηγητές γνώριζα όλο και περισσότερα πράγματα.

Η Ιστορία ήταν το πάθος μου, μ’ έφερε κοντά, πολύ κοντά στα διάφορα γεγονότα, στον κλασικό πολιτισμό και στους ανθρώπους που δημιούργησαν την ελληνική αξεπέραστη πραγματικότητα.

Αυτό που με τράβηξε περισσότερο ήταν η λογοτεχνία και περισσότερο η ελληνική ποίηση. Πίστευα και πιστεύω πως η ποίηση για τον Έλληνα είναι θρησκεία. Και ο θεός της είναι ο Όμηρος.

Εδώ στην απομόνωση που βρίσκομαι αισθάνθηκα την ανάγκη, μια και δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, να μιλήσω με τον Έλληνα και να του πω ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι. Δεν θ’ ακούσει, μια και θα χρησιμοποιήσω τη γλώσσα της σιωπής και θα τον αφουγκραστώ εγώ την ώρα που θα ψιθυρίζει από μόνος του τα τραγούδια της πατρίδας του. Και θ’ απαγγέλει τους στίχους των ποιητών της.

Θα του πω πως θα πρέπει ν’ αγαπάει πολύ τον τόπο του και να προσπαθεί να τον διαφυλάσσει ακέραιο και ωραίο. Να προσέχει να μην αλλοτριωθεί εθνικά. Και πολιτιστικά. Πάντα να υπάρχει μέσα του το ανθρώπινο και το οικουμενικό, το μεγάλο, το ωραίο και το αληθινό.

Πάντα να βρίσκεται στις επάλξεις του πνεύματος, ν’ αγωνίζεται για το συνάνθρωπό του και για την καλυτέρευση της κοινωνίας του κόσμου.

…………………………………………………………………………………………………………….....

Η ποίηση με βοήθησε να βλέπω τα πράγματα όλα, ακόμα και τα πιο ασήμαντα, μ’ ένα ξεχωριστό μάτι. Πάντα έδινα μια ομορφιά σε όλα. Πίστευα πως η ομορφιά και η ωραιότητα φανέρωναν την αλήθεια. Γι’ αυτό αποστρεφόμουν καθετί που δεν ήταν ξεκάθαρο και παρουσιαζόταν με μια θολούρα ή με επιτήδευση.

(Το υπόλοιπο καταστράφηκε.)

----------------------------------------------------------------

Τα παρακάτω αποτελούν υλικό από την επίσκεψη του Δημήτρη Παπαχρήστου στο 1ο Γυμνάσιο Καστοριάς, ως καλεσμένος της σχολικής βιβλιοθήκης

Σ’ ευχαριστούμε Δημήτρη Παπαχρήστο για όλα…

Σ’ ευχαριστούμε για την κατάθεση ψυχής-ζωής…

Σ’ ευχαριστώ και εκ μέρους των μαθητών μου που είχαν την τύχη (Νοέμβριο του 2005) να σ’ ακούσουν, να σε νιώσουν δίπλα τους, να σε ρωτήσουν και να ρουφούν κυριολεκτικά όλα όσα με πολύ ζεστό, τρυφερό, μοναδικό τρόπο ξέρεις να λες και να πλησιάζεις τα νέα παιδιά… Έτσι που μόνο ένας πάντα νέος μέσα του μπορεί να το κάνει…

Σου εύχομαι να είσαι για πάντα αυτός που είσαι!..


Όχι, δεν είναι χίμαιρα
να καβαλάμε τ' όνειρο τη θείαν ετούτη μέρα
που όλα, ορατά κι αόρατα, κι εμείς, και οι ήρωες, κι οι θεοί,
στην ίδια ορμάμε μέσα αιώνια σφαίρα!

από το "Αττικό" του Άγγελου Σικελιανού

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Σ' όποια γλώσσα κι αν το πεις...

(λίγο πριν την παρουσίαση του βιβλίου, ό,τι βλέπαμε έξω απ' το "σπιτάκι του συλλόγου"...)


Στην Καστοριά,
Κυριακή 24 Οκτωβρίου,
ο πολιτιστικός σύλλογος "Χλόη-Φουντουκλή" και το βιβλιοπωλείο ΑΛ.ΠΑ books,
στο σπιτάκι του συλλόγου, παρουσίασαν το βιβλίο
«Σ’ ΌΠΟΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΠΕΙΣ…»,
της Δέσποινας Λάππα-Κόντου,
εκδόσεων ΔΙΟΠΤΡΑ


Μίλησαν για το βιβλίο η συγγραφέας και η φιλόλογος Ιωάννα Λουλάκη, η οποία διάβασε και αποσπάσματα. Κατά το διάλογο που ακολούθησε έκανε παρέμβαση η φιλόλογος Αλεξάνδρα Πάντσου.

Η συγγραφέας Δέσποινα Λάππα-Κόντου















σ' αυτούς

που

την

άκουγαν



είπε τα εξής:

Τρία χρόνια πριν την έκδοση του τελευταίου βιβλίου μου, (κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο) μου μίλησαν για ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ήθελε να με γνωρίσει, με σκοπό να μου διηγηθεί την ιστορία του, ώστε να γράψω, αν την έβρισκα ενδιαφέρουσα, ένα μυθιστόρημα βασισμένο σ’ αυτήν.
Δέχτηκα την πρόσκλησή τους με επιφύλαξη, όμως μία και μόνο συνάντηση και το θέμα των όσων μου είπαν περιληπτικά εκείνη την ημέρα ήταν αρκετά να με κάνουν να ασχοληθώ μαζί τους. Πρόκειται για το Βολιώτη Νίκο Σαμούρη και την Ουκρανή σύζυγό του Αντωνία, που έζησαν μαζί 65 ολόκληρα χρόνια.
Οι συχνές συναντήσεις που ακολούθησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν για μένα ώρες δημιουργίας, συγκίνησης, χαράς, έκπληξης και έντασης, αφού τα λεγόμενά τους ήταν γεμάτα με έντονα συναισθήματα, φορτισμένα από γεγονότα, που αν και συνέβησαν πριν από δεκαετίες είχαν βαθιά χαραχτεί στο νου και στην ψυχή τους.
Από την πρώτη στιγμή οι αφηγήσεις τους ξεδιάλυναν στο νου μου ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν οδηγούνταν μόνο οι Εβραίοι, ότι και η ζωή των άλλων κρατουμένων, Χριστιανών, τσιγγάνων, ομοφυλόφιλων, ατόμων αδικημένων από τη φύση, δεν είχε καμία αξία. Δούλευαν εξοντωτικά, εκτελούνταν για ασήμαντους λόγους, πέθαιναν από κακουχίες και άθλιες συνθήκες διαβίωσης.
Το ζευγάρι όμως που πρωτοειδόθηκε για λίγες στιγμές μέσα στην κουζίνα του στρατοπέδου, δέθηκε, όταν τυχαία της ανέθεσαν να τον φροντίζει μετά τον τραυματισμό του. Γύρισε στην πατρίδα του Νίκου, αντιμετώπισε δυσκολίες στη μετακατοχική Ελλάδα, στη συνέχεια επέλεξε να πάει στην Ουκρανία, στους δικούς της, και να επιστρέψει από εκεί, για να εγκατασταθεί μόνιμα πια στο Βόλο. Είχε πάντοτε βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του ότι «υπεράνω όλων είναι η αγάπη» όπως είπε με έμφαση η Αντωνία κλείνοντας την ολιγόλεπτη παρέμβασή της μετά την παρουσίαση του βιβλίου στο Βόλο. Ο Νίκος συμπλήρωσε και τέλειωσε λέγοντας «ποτέ πια πόλεμος».
Αρχές και αξίες ανθρώπων που αρχικά έζησαν μια ζωή ταραγμένη κι έπειτα πολύ γεμάτη.
Φυσικά, όπως σε κάθε μυθιστόρημα αυτού του είδους, η ζωή και η δράση των πραγματικών ηρώων, μπλέκονται με τις αντίστοιχες άλλων, των φανταστικών, σ’ ένα αδιαχώριστο σύνολο.
Δυστυχώς η Αντωνία έφυγε πρόσφατα αφήνοντας πίσω της τους ανθρώπους που αγαπούσε και την αγαπούσαν, την κόρη τους, δυο εγγόνια και πέντε δισέγγονα και προπαντός το Νίκο που μου είπε χαρακτηριστικά «μετά από 65 χρόνια που ζήσαμε μαζί, δεν ήταν το άλλο μου μισό, ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός ».
Άνθρωποι-παραδείγματα, που δίνουν μαθήματα ζωής.
----------------------------------------------------------

Η Ιωάννα Λουλάκη:

Στο μυθιστόρημα έχουμε ανθρώπινες ζεστές τρυφερές σκηνές, ανάμεσα σε σκληρά ψυχρά πολεμικά γεγονότα.
Συνειρμοί που μου δημιουργήθηκαν:
Διαβάζοντας-απολαμβάνοντας-ρουφώντας τις σελίδες του βιβλίου μού ήρθαν στο νου άλλα λογοτεχνικά μας κείμενα με αντίστοιχες σκηνές και μηνύματα. Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου, Η ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, Συννεφιάζει του Λουντέμη, Διπλό βιβλίο του Δ.Χατζή, αλλά και άλλα…
Μπορούμε να παραλληλίσουμε το έργο με την Ιλιάδα, όπου ανθρώπινες σκηνές – όπως η μονομαχία Γλαύκου-Διομήδη που κατέληξε σε φιλία με ανταλλαγή δώρων ή η σκηνή με τον Πρίαμο που έρχεται στον Αχιλλέα και κλαίνε αγκαλιασμένοι ή η τρυφερή σκηνή Έκτορα-Ανδρομάχης – ανάμεσα σε σκληρά πολεμικά γεγονότα τονίζουν το παράλογο του πολέμου. Δηλαδή πολεμικό έργο με αντιπολεμικό μήνυμα… Αυτό φώναζα μέσα μου καθώς διάβαζα το βιβλίο : «Όχι πόλεμος, ο πόλεμος είναι παράλογος!»
«Σ’ όποια γλώσσα κι αν το πεις, το πιο σημαντικό είναι η αγάπη», λέει η συγγραφέας Δέσποινα Λάππα-Κόντου. «Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ’ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις», διαβάζουμε στη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη… Και σε άλλο σημείο, στο απόσπασμα «ο λόφος με τις παπαρούνες», λέει ο Μυριβήλης: «Φάγαμε μαζί, κουβεντιάζαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ’ τη γλώσσα τ’ αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη και η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα»… Αυτές οι γεμάτες αγάπη στιγμές μού ήρθαν στο νου όταν πρωτοσυναντήθηκαν, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Λάντσεντορφ, οι πρωταγωνιστές της αληθινής ιστορίας μας, ο Νίκος απ’ το Βόλο και η Αντωνία απ’ την Ουκρανία, τι κι αν δεν ήξερε ο ένας τη γλώσσα του άλλου …συνεννοήθηκαν περίφημα!
«Τότε διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματά τους. Ανοιχτόχρωμα τα μάτια της που τον κάρφωσαν… Την επόμενη φορά που διασταυρώθηκαν, ο Νίκος τής είπε εκείνο το «καλημέρα συντρόφισσα» στα ρώσικα που είχε στο μεταξύ φροντίσει να μάθει… εκείνη κοκκίνισε, ταράχτηκε, δεν το περίμενε, κοντοστάθηκε για λίγο, τον κοίταξε ωστόσο θαρρετά και ανταπάντησε «καλημέρα σύντροφε». Αυτό ήταν…» Δεν είχε σημασία αν δεν ήξεραν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Δε χρειαζόταν να πουν με πολλά λόγια ό,τι ένιωθαν… Έφταναν τα βλέμματα και, λίγο αργότερα στο νοσοκομείο, το άγγιγμα… «άπλωσε το δικό της και το χάιδεψε από το μπράτσο μέχρι τα ακροδάχτυλα. Ο Νίκος αφέθηκε σ’ αυτό το χάδι… Μόνο η μάνα μου θα με χάιδευε έτσι ή κάποιος που καταλαβαίνει από πόνο σκέφτηκε». Και το αποκορύφωμα, η ένωση, στο ξενοδοχείο… «Όλα αυτά τα έλεγαν τα μάτια τους, τα χείλη τους, οι κινήσεις, τα χέρια τους που άγγιζαν…»
Ένας τρυφερός άνθρωπος, όπως η Δέσποινα, θα μπορούσε να δώσει έτσι αυτές τις μοναδικές-ανεπανάληπτες στιγμές…
Στη συνέχεια η επιστροφή στην πατρίδα, στη ζωή… Οι δυσκολίες πολλές. Σκηνές αντίστοιχες μου ήρθαν στο νου όπως αυτές της επιστροφής στην πατρίδα στο «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, αλλά και στο «Γυρισμό του ξενιτεμένου» από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ του Γιώργου Σεφέρη… Βεβαίως και πάλι στον Όμηρο, στην Οδύσσεια…
Και πάλι «ο νικητής» είναι …«λιουμπόβ», αγάπη…
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε για το βιβλίο:
Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία μέσα από τη λογοτεχνία. Ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσουμε τα ιστορικά γεγονότα. Και φαίνεται να κατέχει την ιστορία η συγγραφέας. Τα δίνει παραστατικότατα, η γραφή της μπορεί να χαρακτηριστεί κινηματογραφική, θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για κινηματογραφική ταινία… Και εικόνες ζωντανές! Αν ήμουν ζωγράφος θα γέμιζα πίνακες…
Είναι απ’ τα βιβλία που νομίζω πως πρέπει να υπάρχει στις σχολικές βιβλιοθήκες, αλλά και αποσπάσματά του στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Γυμνασίου-Λυκείου.
Αλλά και ένα ποιητικό-μουσικό έργο μού έφερνε στο νου το βιβλίο: Το Μαουτχάουζεν των Ιάκωβου Καμπανέλη και Μίκη Θεοδωράκη. Και πιο πολύ το «Άσμα ασμάτων».
Οπότε, ως επίλογο, ακούσαμε με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη από το Μαουτχάουζεν



Η Αλεξάνδρα Πάντσου:

Με το τέταρτο μυθιστόρημά της η συγγραφέας Δέσποινα Κόντου πρόσθεσε στην ιστορία της λογοτεχνίας άλλη μια Νostopia, δηλαδή μια λογοτεχνική σύνθεση, η οποία, προβάλλοντας το διαχρονικό θέμα του Νόστου, μας παραπέμπει χρόνια πίσω στον Όμηρο και ιδιαίτερα στην Οδύσσεια. Οι ήρωες του μυθιστορήματος, ξεριζωμένοι βίαια από τον τόπο τους, υφίστανται τις τραγικές συνέπειες της ‘Κατάρας της Ελληνικής Φυλής’, οι αιτίες της οποίας εντοπίζονται στις βαριές αμαρτίες του Οιδίποδα. Έτσι αυτοί, περιπλανώμενοι εν καιρώ πολέμου σε ξένες χώρες, βιώνουν τη δική τους Οδύσσεια. Έχοντας, όμως, ως μοναδικό κίνητρο επιβίωσης την επιστροφή τους στην πατρίδα, κάνουν έναν άνισο αγώνα για να εκπληρώσουν το πολυπόθητο Νόστιμον Ήμαρ, καθώς φαίνεται να πιστεύουν ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα ολοκληρώσουν φυσιολογικά τον κύκλο της ζωής τους. Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή πραγματικότητα του πολέμου διαμηνύει πως η επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς ως μόνη ελπίδα σωτηρίας προβάλλεται η επώδυνη διαδικασία της Κάθαρσης από τα προγονικά αμαρτήματα μέσα από τα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα οποία σαφώς η συγγραφέας παραπέμπει στην Κόλαση του Δάντη. Εκεί οι ήρωες του μυθιστορήματος θα φτάσουν στα έσχατα όρια του εξευτελισμού, για να μπορέσουν μετά, αναδυόμενοι μέσα από την πυρά, να διεκδικήσουν το Έλεος. Όμως, αν και ο Νόστος εκπληρώνεται, η Αναγνώρισή του φαίνεται να είναι τραυματική, γιατί η προσπάθεια ‘Επιστροφής στα Ίδια’ αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων αδύνατη. Δεν είναι μόνο ότι απουσιάζουν πολλά από τα προσφιλή πρόσωπα των πρωταγωνιστών του λογοτεχνήματος, αλλά είναι και το άξενο περιβάλλον που αυτοί συναντούν ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας. Εξάλλου και οι ίδιοι, έχοντας ήδη απολέσει την παιδική τους αθωότητα, πιθανόν να έχουν αλλάξει. Αυτό, όμως, που τελικά οι τραγικές περσόνες του μυθιστορήματος συνειδητοποιούν είναι ότι αυτοί πρέπει τώρα να ξεκινήσουν έναν άλλον αγώνα επιβίωσης, ο οποίος υπαγορεύεται από τις αντίξοες συνθήκες που έχουν να αντιμετωπίσουν σε μια πατρίδα παντελώς κατεστραμμένη από έναν αδελφοκτόνο πόλεμο. Έτσι, η σκηνή της βουτιάς στον επίλογο του έργου είναι σαφώς δηλωτική της προσπάθειάς τους για μια καινούργια αρχή μέσα από την κάθαρση και το αναβάπτισμα του ψυχικού τους κόσμου, που εμφανώς διαδηλώνουν τη συνάντηση της συγγραφέως με την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, η οποία είναι παρούσα και σε άλλες σκηνές του έργου.
Ωστόσο, αυτό που πρέπει να θεωρηθεί ως το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο του μυθιστορήματος είναι το ‘Μοτίβο της Αγάπης’, το οποίο προβάλλεται από την κ. Κόντου ως ύψιστο ιδανικό και σταθερή αξία. Χωρίς το συναίσθημα αυτό οι ήρωες του μυθιστορήματος δεν θα αποδεικνύονταν ικανοί να αποσοβήσουν τον θάνατο, ο οποίος επικρέμαται συνεχώς απειλητικός μέσα στην Νέκυια των στρατοπέδων. Συνεπώς, η συγγραφέας δικαίως αντιπαραβάλλει την αγάπη στο σκότος και την αντάρα του πολέμου, υπερτονίζοντας συγχρόνως ότι αυτή τελικά είναι και η μόνη ελπίδα σωτηρίας.
Τέλος, προσεγγίζοντας συγκριτικά τις προηγούμενες δουλειές της Δέσποινας Κόντου με το Σ’ Όποια Γλώσσα κι αν το πεις, εκτός του ότι διαπιστώνουμε την έκδηλη ωρίμανση της συγγραφέως, επιπλέον ανιχνεύουμε και τις πηγές της έμπνευσής της: πρόκειται για εμπειρίες που αυτή απεκόμισε ως σύζυγος του Σωτήρη Κόντου, γιου του Παύλου του Κόντου, αρχηγού μιας μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας, η οποία έζησε τη δική της Οδύσσεια, περιπλανώμενη μετά τον Ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στις Ανατολικές Δημοκρατίες. Είναι γεγονός ότι η ξεχωριστή αγάπη και οι ισχυροί δεσμοί των μελών αυτής της οικογένειας, τα οποία είχαν διασκορπιστεί από τη Ρουμανία ως την Τασκένδη, κράτησε άσβηστο τον πόθο τους για την επανένωσή τους στην πατρίδα.

Στην Δέσποινα, που είναι μια από τις πιο πολύτιμες φίλες μου!

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Σ' όποια γλώσσα κι αν το πεις...

"Τι θα πει λιουμπόβ, παππού;"
"Λιουμπόβ θα πει αγάπη"...

Στην Καστοριά, Κυριακή 24 Οκτωβρίου, στις 6 το απόγευμα.


Ο πολιτιστικός σύλλογος Χλόη-Φουντουκλή και το βιβλιοπωλείο ΑΛ.ΠΑ. books

παρουσιάζουν το βιβλίο της Δέσποινας Λάππα-Κόντου

"Σ' ΌΠΟΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΠΕΙΣ..."

στο σπιτάκι του συλλόγου


Το βιβλίο εδώ
Θα πω κι εγώ δυο λόγια...
Τα πιο πολλά η συγγραφέας...

Θα ακούσουμε και το Άσμα Ασμάτων (Μαουτχάουζεν) των Μίκη Θεοδωράκη-Ιάκωβου Καμπανέλη-Μαρίας Φαραντούρη... ("Τι ωραία που είν' η αγάπη μου"...)