Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Αυγεριναί του ηλίου
ακτίνες, τι προβαίνετε;
Τάχα αγαπάει να βλέπει
έργα ληστών το μάτι
των ουρανίων;

Ανδρέα Κάλβου, Ωδαί, από "τα Ηφαίστεια"


Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

ο ήλιος ο ηλιάτορας

Στο Θανάση Γκαϊφύλλια, που αγαπά-υπηρετεί την ποίηση...



τα άλλα 4 μέρη στο YouTube

τα κομμάτια που μ' αρέσουν περισσότερο...


Θανάσης Γκαϊφύλλιας-Μιχάλης Κατσαρός



για την ιστορία αυτού του ποιήματος εδώ

(Ευχαριστώ τους ποιητές.
Λεν με ωραίο τρόπο όσα θα ήθελα κι εγώ να πώ...)

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Νίκος Καββαδίας

Σαν σήμερα, το 1975, έσχισε τη θολή γραμμή των οριζόντων,
γράφαμε πέρυσι...
και συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννησή του.



Φάτα Μοργκάνα

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Μαρίζα Κωχ
Πρώτη εκτέλεση: Μαρίζα Κωχ


Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
-----------------------------------------
Για το Νίκο Καββαδία και εδώ

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Γιάννης Ρίτσος, "παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις"...

αποκόμματα εφημερίδων, που έχω φυλαγμένα από το 1975
 και τα αξιοποίησα σε γυμνάσια-λύκεια,
όταν δίδασκα τα ποιήματά του, 
αλλά και σε αφιερώματα στα σχολεία ή και εκτός σχολείων...


ήμουν εκεί στην αίθουσα τελετών της Φιλοσοφικής
(μόλις είχα πάρει το πτυχίο μου)...
πέρασε δίπλα μου... τον άγγιξα... μου χαμογέλασε...


21η Απριλίου 1967…
Όταν σου χτυπούν την πόρτα στη νύχτα σε τέτοιους καιρούς , δεν είναι σίγουρα ο γαλατάς… Αξημέρωτα πήγαν στο σπίτι της οδού Παπαναστασίου 56 οι φίλοι , που είδαν τα τανκς στο κέντρο της Αθήνας , και τον συμβούλεψαν να φύγει. Αρνήθηκε… Άνοιξε την έτοιμη γι’ αυτές τις περιπτώσεις «βαλίτσα της εξορίας με τα στοιχειώδη» (δυο αλλαξιές , ξυριστικά , κάποια εντελώς απαραίτητα μικροπράγματα) , και περίμενε… Δεν ήθελε να ζει καταζητούμενος , να τρέμει με το άνοιγμα της πόρτας , με τον ήχο των βημάτων. Εκείνοι που θα αποφάσιζαν να τον συλλάβουν , θα αναλάμβαναν την ευθύνη για την πράξη τους. Σαν όμηρος , θα ήταν και σύμβολο
Το πρωί που έφτασε η αστυνομία , τον βρήκε έτοιμο. Δυο λεπτά , να φορέσει το σακάκι του κι έρχεται…
… Αυτός ήταν ο Γιάννης Ρίτσος...
«…Παραμερίζουμε , ποιητή , για να περάσεις"...
είπε, το 1938, ο Κωστής Παλαμάς


"από πού έρχεται αυτή η ποίηση, από πού έρχεται αυτό το ρίγος;»
 αναρωτιέται ο Λουί Αραγκόν το Φλεβάρη του 1957 στα Γαλλικά Γράμματα,
 με αφορμή τη δημοσίευση της Σονάτας του Σεληνόφωτος... 
(περισσότερα στο παρακάτω απόκομμα του Ριζοσπάστη, 1980)


Ο Γιάννης Ρίτσος και το Νόμπελ Λογοτεχνίας
Το 1968 , ενώ ήταν εξορισμένος από τη δικτατορία , αλλά και
βαριά άρρωστος , προτάθηκε για πρώτη φορά για το βραβείο
Νόμπελ από 75 Γάλλους Ακαδημαϊκούς , συγγραφείς και νομπελίστες
Το 1972 , ο Πάμπλο Νερούδα , όταν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας , δήλωσε : « Ξέρω κάποιον άλλο με περισσότερα προσόντα γι’ αυτή την τιμή : το Γιάννη Ρίτσο ! »
Μετά την πτώση της χούντας , το 1975 , προτάθηκε από βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας για το Νόμπελ : ήταν η 7η φορά !
Μέχρι το 1990 που πέθανε προτάθηκε κι άλλες φορές για Νόμπελ : δεν του το έδωσαν…όμως είναι σαν να το πήρε…



Τι είπαν για το Γιάννη Ρίτσο :

Ο Μάνος Κατράκης ως συνεξόριστος του Γιάννη Ρίτσου :
« Ήμασταν στην ίδια σκηνή. Ξύπναγε το πρωί πριν απ’ όλους. Έκανε έτσι με το ένα χέρι κι άρπαζε το κοντύλι. Με το άλλο άρπαζε το τεφτέρι. Ανασηκωνότανε λιγάκι κι άρχιζε να γράφει , να γράφει , να σκίζει , να πετάει , να φυλάει , να γράφει. Δεν ήθελε να φάει τίποτα. Από τις 5 το πρωί , κάθε μέρα. Πού τα ΄βρίσε , τι έγραφε δεν μπορώ να καταλάβω ». Δε μπορούσε να καταλάβει , μπορούσε όμως να συναισθανθεί πως για να θέλει να σώσει αυτά τα χειρόγραφα , για να τα προφυλάσσει τόσο πολύ , κάτι θα σήμαιναν. Τα χειρόγραφα ήταν μικρά και διπλωμένα σαν λαχνοί. Τα έβαζε μέσα σε μπουκάλια και με τη βοήθεια συγκρατουμένων τα έθαβαν βαθιά στο χώμα , για να τα βρει αργότερα.

Ο Τάσος Λειβαδίτης (ο οποίος τον θεωρούσε δάσκαλό του),
σε σχετικό κείμενό του , μιλούσε για τον κόσμο της ποίησης του Ρίτσου , «που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να αγαπήσουν τους άλλους γνωρίζοντάς τους , και να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους , πολεμώντας τον». Τη χαρακτήριζε «μια ποίηση αντάξια της σκληρής και θαυμαστής ανθρώπινης μοίρας» και κατέληγε : Και γίνεσαι ικανός και να πεθάνεις ακόμα για έναν τέτοιο κόσμο».
Και ο Λουί Αραγκόν , όταν ο ποιητής τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης , θα συγκινηθεί βαθιά και θα γράψει : « Πρέπει να πούμε πάρα πολύ μεγαλόφωνα πως είναι ένας από τους πιο μεγάλους και τους μοναδικούς ποιητές σήμερα ». Όταν διάβασε τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» , αισθάνθηκε , λέει , «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυϊας»

Όμως πριν απ’ όλους , ένας άλλος μεγάλος μας ποιητής , ο Κωστής Παλαμάς , το 1938 , έγραψε για  το Γιάννη Ρίτσο :
«Το ποίημά σου το πικρό το ζουν ιχώρ κ’ αιθέρας
καθάριος όρθρος της αυγής , μηνάει το φως της μέρας.
Σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιας πλάσης
ρυθμός. Παραμερίζουμε , ποιητή , για να περάσεις».







Γεννιέται το Μάϊο του 1909 στη Μονεμβασιά της Λακωνίας από αρχοντική οικογένεια.
Ζει στην Μονεμβασιά , στην Αθήνα , στην Κρήτη και εξορισμένος σε νησιά του Αιγαίου.
Μετά την οικονομική καταστροφή της οικογενείας του , εργάζεται στην Αθήνα, ως δακτυλογράφος , ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα και ως βοηθός βιβλιοθηκάριου. Το 1931 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Σκηνοθετεί , παίζει και απαγγέλλει ποιήματα.
Το 1924 δημοσιεύονται ποιήματά του στη «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα» , ενώ το 1934 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Τρακτέρ». Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ι. Σοστίρ.
Στα νεανικά του χρόνια , που ήταν γεμάτα οικογενειακές οδύνες και προσωπικές περιπέτειες , αντίκρυσε συχνά το στυγνό πρόσωπο του θανάτου , καθώς η αρρώστια απειλούσε τα νιάτα του με αφανισμό. Η αρρώστια όμως δεν τον πτοεί…Καθώς συνεχίζει το οδυνηρό του οδοιπορικό από σανατόριο σε σανατόριο δεν ξεχνάει ποτέ τη ζωή. Η ποίηση και οι αγώνες που αρχίζει δεν τον αφήνουν να σκύψει το κεφάλι. Αισθάνεται «υπεύθυνος ενός κόσμου» , λέει , από την εποχή ακόμη που είναι 21 ετών.
Ως την κήρυξη του πολέμου παλεύει με την αρρώστια και τις βιοτικές ανάγκες. Το θέατρο του προμηθεύει μια κακοπληρωμένη εργασία σ’ αυτό , με δεύτερους ρόλους ηθοποιού και χορευτή.
Στρατευμένο – από την εφηβεία του ακόμη – τον βρίσκει η Κατοχή και η ζωή του συνεχίζεται αυτά τα χρόνια στην Αντίσταση , για να μοιραστεί αργότερα – όπως για χιλιάδες αγωνιστές σε περιόδους αγωνιστικής ελευθερίας – και χρόνια εξορίας στα νησιά. Από το 1948 ως το 1952 στην Λήμνο , στη Μακρόνησο , στον Αη-Στράτη , κι απ’ τον Απρίλιο του ΄67 ως το Δεκέμβριο του ΄70 στη Γυάρο , στη Λέρο και στη Σάμο.
Εξόριστος ή μη , διαρκώς δημιουργεί : Γράφει , σκαλίζει σε πέτρες και ξύλο , ζωγραφίζει , παίζει σε ορχήστρες εξορίστων μαντολίνο , σκηνοθετεί. Στιγμή ανάπαυλας…
Στη Μακρόνησο κρύβει σε μπουκάλια θαμμένα στο χώμα τα ποιήματά του , για να τα βρει αργότερα.
O Γιάννης Ρίτσος είναι ο λυρικός ποιητής που προσπάθησε να μετουσιώσει την τραγική πραγματικότητα της εποχής του σε εικονοπλαστικούς στίχους , οι οποίοι δεν ερμήνευσαν μόνο τον αιώνα του , αλλά όλους τους αιώνες του ελληνισμού , από τον Όμηρο μέχρι τις μέρες μας , σε μια εξαιρετική ενότητα , συνέχεια και συνέπεια.
Η ποίησή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοινωνικοπολιτική , ένα ποιητικό δηλαδή όπλο κάθε καταπιεσμένου για ελευθερία , ψωμί και δικαιοσύνη.
Αρχικά χρησιμοποίησε τον παραδοσιακό στίχο και φαίνεται να επηρεάστηκε στιχουργικά από τον Παλαμά και θεματικά από τον Καρυωτάκη. Γύρω στα 1935 παρατηρείται μια στροφή στην ποιητική του τέχνη : υιοθετεί τον ελεύθερο στίχο και διαμορφώνει μια καθαρά προσωπική έκφραση.
Η γλώσσα του είναι η σημερινή καθημερινή γλώσσα μπολιασμένη , ανάλογα με τις περιστάσεις , είτε με ποιητικά γλωσσήματα είτε με λαϊκές λέξεις και εκφράσεις , που προέρχονται απ’ την αγροτική , ή την αστική ζωή. Πλουτισμένη άλλοτε με λυρική ευαισθησία και άλλοτε χρησιμοποιώντας ένα ύφος στεγνό και κοφτό προσπαθεί πάντοτε να πετύχει την άμεση συνάντηση με τον αναγνώστη. Αυτό έχει ως επακόλουθο τα περισσότερα ποιήματα του Ρίτσου να έχουν ένα ύφος “κουβεντιαστό” που άλλες φορές χαρίζει τη ζεστασιά και την απλότητα μιας οικείας προσέγγισης και άλλοτε «έναν τόνο καθαρά πληροφοριακό κι απρόσωπο».
Ένας βασικός ποιητικός τρόπος του Ρίτσου είναι η άφθονη χρησιμοποίηση εικόνων , μεταφορών και παρομοιώσεων. Προικισμένος με σπάνια παρατηρητικότητα , γερή μνήμη και πλούσια φαντασία χρησιμοποιεί χιλιάδες εικόνες για να αναπαραστήσει κα να ερμηνεύσει ποιητικά τον κόσμο.
Αρνητικά στοιχεία , ευεξήγητα όμως σ’ αυτή την αστείρευτη ροή στίχων του , είναι οι συχνές επαναλήψεις , οι ανακυκλήσεις θεμάτων , εικόνων , παρομοιώσεων, οι πλατειασμοί , οι παρεκβάσεις , η ρητορικότητα. Όλα τα παραπάνω είναι ο φόρος που πληρώνει ο ποιητής στην έμφυτη πληθωρικότητά του.
Αυτό που έρχεται πρώτο στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου είναι η αδιάκοπη φροντίδα του για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου , η στοργική ματιά του για όλους τους ανθρώπους.
Θέλει ο ποιητής «η ποίησή του να είναι για όλους τους ανθρώπους»
Η ποίησή του διαβάζεται , τραγουδιέται , ενθουσιάζει , εμπνέει…
Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 37 γλώσσες. Από το 1958 του είχε απονεμηθεί το πρώτο Κρατικό Βραβείο για το έργο του. Και το 1975, μετά από τόσα χρόνια κατατρεγμού και ανελευθερίας παίρνει το διεθνές βραβείο «Γκεόργκι Δημητρώφ». Στο Παρίσι του απονέμεται το Μεγάλο Βραβείο Ποιήσεως «Αλφρέ ντε Βινύ» και την ίδια χρονιά το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον αναγορεύει διδάκτορα και «τον ευγνωμονεί που σαράντα χρόνια τώρα υψώνεται κολόνα και φωνή της Ρ ω μ ι ο σ ύ ν η ς ».
Παντρεύτηκε το 1954 και απέκτησε μία κόρη.
Στις εκλογές του 1985 έγινε βουλευτής Επικρατείας με το ΚΚΕ. Το 1989 κυκλοφορούν ο ένατος και ο δέκατος τόμος των «Ποιημάτων» του.
1990 : Πεθαίνει και ενταφιάζεται στη Μονεμβασιά.


Βραβεία – Διακρίσεις
1956 : Εκδίδεται « Η σονάτα του σεληνόφωτος » για την οποία παίρνει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (εξ ημισείας με τον Άρη Δικταίο
1975 : Το Μάιο του απονέμεται στη Σόφια το Διεθνές Βραβείο «Γκεόργκι Ντιμίτροφ». Ένα μήνα αργότερα , αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , μετά από πρωτοβουλία του Γ. Π. Σαββίδη. Την ίδια εποχή του απονέμεται το Μέγα Γαλλικό Βραβείο Ποίησης «Αλφρέ ντε Βινύ» και προτείνεται για το Νόμπελ.
1976 : Του απονέμονται το διεθνές βραβείο ποίησης «Αίτνα-Ταορμίνα» και το διεθνές βραβείο ποίησης «Σερένιο-Μπριάντσα» (ιταλικά και τα δύο).
1977 : Του απονέμεται στη Μόσχα το διεθνές βραβείο «Λένιν» για την ειρήνη.
1978 : Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ (Αγγλία)
1979 : Αναγορεύεται επίτιμος δημότης Λευκωσίας . Του απονέμεται το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης για τον πολιτισμό , από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης και το σοβιετικό παράσημο της « Φιλίας των Λαών ».
1983 : Γίνεται μέλος της επιτροπής απονομής του διεθνούς βραβείου « Λένιν ».
1984 : Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λιψίας.
1985 : Του απονέμονται τα ιταλικά βραβεία «Φελίτσε Μαστρογιάννι» , «Λα τσιτά ντελ λο Στρέτο» και της Ακαδημίας της Μπιέλα και το γιουγκοσλαβικό «Χρυσό στεφάνι».
1986 : Του απονέμεται το βραβείο «Ποιητής διεθνούς Ειρήνης» του ΟΗΕ , μετάλλιο από το Εθνικό Νομισματοκοπείο Γαλλίας και το Διεθνές Βραβείο «Λυτές».
1987 : Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας και του απονέμεται το χρυσό μετάλλιο του Δήμου Αθηναίων .
1989 : Του απονέμεται το μετάλλιο ειρήνης «Γρηγόρη Λαμπράκη» και ο μεγαλόσταυρος του τάγματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
1990 : Του απονέμεται το μετάλλιο «Ζολιό-Κιουρί» , ανώτατη διάκριση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης.


« Επιτάφιος » : Θεσσαλονίκη , Μάιος 1936

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη ταραχές , στη διάρκεια μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη ο ποιητής βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας που θρηνεί το σκοτωμένο παιδί της… Είναι ο Τάσος Τούσης… Συγκλονίζεται… κλείνεται στη σοφίτα του , στην οδό Μεθώνης , και γράφει τον «Επιτάφιο». Ο «Επιτάφιος» εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 , τα τελευταία 250 από αυτά καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.
Ο «Επιτάφιος» , με απόηχους από τον «Επιτάφιο θρήνο» , τα δημοτικά τραγούδια , το μανιάτικο μοιρολόι , την Ερωφίλη αλλά και τη Μάνα του Γκόρκι , θα γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής , ιδίως μετά τη μελοποίησή του από το Μίκη Θεοδωράκη , στη δεκαετία του ΄50.
Ο Τάσος Τούσης θα ταυτιστεί με πολλούς δολοφονημένους αγωνιστές. Όταν ο κόσμος πληροφορείται , έξω από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης το θάνατο του Γρηγόρη Λαμπράκη , το Μάιο του 1963 , αρχίζει να τραγουδά «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες». Το ίδιο και τον Ιούλιο του 1965 , το βράδυ που ξενυχτούν τον Σωτήρη Πέτρουλα :

Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός κ’ είχες τις χάρες όλες ,
Όλα τα χάδια του αγεριού , του κήπου όλες τις βιόλες.
Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα.
Γλυκέ μου , εσύ δε χάθηκες , μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου , στις φλέβες ολουνών , έμπα βαθιά και ζήσε.

« Ρωμιοσύνη » : 1945-1947
Ο Ρίτσος , κυρίως με τα μεγάλα ποιήματα , «Ρωμιοσύνη» και
«Η Κυρά των Αμπελιών» , στρέφεται προς το ελληνικό τοπίο που κοντά του έζησε τα φωτεινά διαλείμματα των παιδικών του χρόνων, αλλά τώρα με καινούρια προοπτική. Το τοπίο συμμετέχει κι αυτό στην ιστορική αυτογνωσία του έλληνα. Έχει επάνω του χαραγμένη την ιστορία της ρωμιοσύνης , είναι η ίδια η ρωμιοσύνη. Το ελληνικό τοπίο «είναι σκληρό σαν τη σιωπή , σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια , σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του , σφίγγει τα δόντια». Είναι περήφανο κι ελεύθερο. «Δε βολεύεται κάτου απ’ τα ξένα βήματα» , «δε βολεύεται με λιγότερο ουρανό , παρά μόνο στον ήλιο». Ταυτίζεται με την αντίσταση.
Τα θέματά τους κοινά. Η ζοφερή ατμόσφαιρα της κατοχής , που δίνεται παραστατικά με εικόνες αντλημένες από τη στυγνή πραγματικότητα , αλλά ταυτόχρονα και συμβολικές. Έρχεται και ξανάρχεται η νύχτα , το σκοτάδι , η αρρώστια , ο θάνατος , η απουσία του φωτός , η σιωπή. Ακολουθεί η αναζήτηση της χαμένης χαράς της ζωής , η προσπάθεια να ξεπεραστούν οι αρνητικές καταστάσεις. Η λύση δίνεται με την αντίσταση. Ο ποιητής τραγουδά όσους βοήθησαν να συμφιλιωθούν φως και άνθρωποι , όσους , με το θάνατό τους , βοηθάνε τη ζωή να «τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα».
Οι θυσίες των αγωνιστών , των φυλακισμένων ,των νεκρών δεν πηγαίνουν χαμένες. Οι ελπίδες για έναν αυριανό κόσμο καλύτερο δυναμώνουν την απόφαση για τον αγώνα να κρατηθεί αυτή η γωνιά της γης. Είναι εκείνοι που «θα σημάνουν την ανάσταση» , που βοήθησαν να γίνει συνείδηση πως «τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας – δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει»


« Καπνισμένο τσουκάλι » ( 1948 )
Το 1948 συλλαμβάνεται και μετάγεται εξόριστος στο Κοντοπούλι της Λήμνου , όπου έγραψε το « Καπνισμένο τσουκάλι »

« Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά
που μαγέρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους , για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους
για τον πεινασμένο ήλιο , για τον κόσμο – ναι , για όλο τον κόσμο
- ένα φτωχό , καπνισμένο , μαυρισμένο τσουκάλι που κάνει
καλά τη δουλειά του »

Τα αμέσως μετά τον πόλεμο χρόνια , ως τον εμφύλιο και την ήττα , αναποδογυρίζουν πάλι τα πράγματα. Η τάξη του κόσμου διασαλεύεται . Υψώνονται ξανά αδιαπέραστοι τοίχοι , δημιουργούνται άλλα αδιέξοδα , χάνεται πάλι το φως , έρχεται η εξορία , ο αγώνας για την επιβίωση μέσα από τα πάθη της . Ο ορίζοντας στενεύει απελπιστικά. « Γύρω σε κάθε βλέμμα , στην καρδιά και στην ελπίδα το συρματόπλεγμα »
Και τελειώνει στο «Καπνισμένο τσουκάλι» :
……………………………………………………….
είναι σα να βγάζεις ένα φύλλο απ’ το ημερολόγιο
επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ’ όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

ΈΝΑ τσουκάλι λοιπόν. Τίποτ’ άλλο.
Πήλινο , μαυρισμένο τσουκάλι ,
βράζοντας , βράζοντας και τραγουδώντας ,
βράζοντας πάνω στου ήλιου τη φωτιά και τραγουδώντας.

Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων
ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ ΛΗΜΝΟΥ ,
Δεκέμβριος 1948 – Φεβρουάριος 1949


«Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (1968)
Ο ποιητής εξόριστος στη Λέρο και στη Σάμο άρχισε να γράφει τις εμπειρίες του και τη θλίψη του , αλλά και την ελπίδα του για την άνοιξη της Ελλάδας , κάτω από έναν εύστοχο συμβολισμό : τη φύση , που ήταν για τον ποιητή η μόνη διέξοδος και λύτρωση που κράτησε «ολόρθη την ψυχή του».
Τα Λιανοτράγουδα στάλθηκαν κρυφά στη Γαλλία όπου τα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και τα παρουσίαζε σε συναυλίες.

Ραδιοφωνική μου εκπομπή-αφιέρωμα στον Ποιητή, που έγινε στο Ζάππειο, τον Ιανουάριο 2009, στα πλαίσια των 70 χρόνων της Ελληνικής Ραδιοφωνίας
ακούτε εδώ

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Νίκος Καββαδίας, σαν σήμερα, το 1975, "έσχισε τη θολή γραμμή των οριζόντων"

MAL DU DEPART

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα' χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει..."

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.
-------------------------------


κι ένας άλλος καϋμός...

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Ενας γέρος

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ' εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

... Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Κωστής Παλαμάς, γεννήθηκε σαν σήμερα, πριν 150 χρόνια

Από τα σατιρικά γυμνάσματα (1908-1909)

Στ’ ακάθαρτα κυλήστε μας του βούρκου,
και πιο βαθιά. Πατήστε μας με κάτι
κι από το πόδι πιο σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,

κομματάρχηδες και κοτσαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,

ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
– Αμάν! Αγά, στα πόδια σου! άκου! στάσου! –
Βυζαντινοί, Γασμούλοι, Λεβαντίνοι.

Ρωμέικο να! Με γεια σου, με χαρά σου.



(Από αφιέρωμα στη βιβλιοθήκη του 1ου Γυμνασίου Καστοριάς)







Εξήντα χρόνια πέρασαν από τότε, που οι φλογεροί στίχοι του Σικελιανού σημάδεψαν το κλείσιμο της ζωής του Κωστή Παλαμά :

"Ηχήστε οι σάλπιγγες…Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογκήστε, τύμπανα πολέμου…Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"

Εκείνη τη φλεβαριάτικη μέρα του 1943, όλη η Ελλάδα, που στέναζε κάτω απ’ τον κατακτητή, ακουμπούσε στο φέρετρο του μεγάλου ποιητή και μετέβαλε την κηδεία του σε θριαμβευτικό σάλπισμα ελευθερίας, καθώς εκατοντάδες χιλιάδων Αθηναίοι τον συνόδευαν στην τελευταία του κατοικία, ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο.
Και συνεχίζει ο ποιητής στο ηρωικό επιτάφιο ποίημα :
Βόγκα, Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Αυτές τις σημαίες της εθνικής λευτεριάς και της κοινωνικής προόδου ανέμιζε ο Παλαμάς, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε το 1859 στην Πάτρα από γονείς Μεσολογγίτες. Έμεινε ορφανός από μητέρα σε ηλικία 7 χρονών κι από τότε έζησε στο Μεσολόγγι μέχρι που τελείωσε το γυμνάσιο. «Όλο το σπιτικό του», όπως σημειώνει ο ίδιος, ήταν λόγιοι, εμπνευσμένοι από την αγάπη της μόρφωσης, της ποίησης και της πατρίδας.
Άρχισε να γράφει στίχους από 9 χρονών. Η μεσολογγίτικη καταγωγή του και ηρωική παράδοση της ιερής πόλης, άφησαν βαθιά τη σφραγίδα τους στον ποιητή. Από εκεί, από το φυσικό και ηρωικό περιβάλλον της Ρούμελης ξεκίνησε για να τραγουδήσει μιαν Ελλάδα όπως την ονειρευόταν. Ο ίδιος θεωρούσε πηγή της έμπνευσής του «τη λεβέντρα πλάση» της χώρας του.
Στα 1875 γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, μα δεν τελειώνει τις σπουδές του, γιατί αφιερώνεται ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία και κυρίως στην ποίηση.
Αρχίζει να συνεργάζεται με τα πιο προοδευτικά περιοδικά της εποχής του. Δημοσιεύει φιλολογικά άρθρα, κριτικές και χρονογραφήματα. Ο Παλαμάς μαζί με άλλους νέους λογοτέχνες της εποχής του, γίνεται πρωτεργάτης και μαχητής για την επικράτηση του δημοτικισμού, για την επιβολή της γλώσσας του λαού όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά γενικότερα σαν γλώσσας επίσημης.
Στα 1887 παντρεύεται τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, που του συμπαραστάθηκε σ’ όλη του τη ζωή.
Στον πρόλογο της συλλογής του «Τα μάτια της ψυχής μου» (1892) ο Παλαμάς πλέκει έναν ύμνο στην «εθνική γλώσσα των Ελλήνων» που, όπως λέει, είναι η δημοτική γλώσσα.
Οι καθαρευουσιάνοι ξεσηκώνουν το λαό εναντίον του. Τον αποκαλούν προδότη, τον απειλούν με θάνατο, τον απολύουν από τη θέση του γραμματέα του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Μα ο ποιητής συνεχίζει το δρόμο που χάραξε. Με το Διγενή στην καινούρια του συλλογή «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι» (1897) συμβολίζεται η Ελλάδα που βρίσκει πάντοτε δυνάμεις για να συνεχίσει τον αγώνα για την επιβίωσή της.
"Δε χάνομαι στα Τάρταρα
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω."
Ο θάνατος του παιδιού του, το 1898, ρίχνει ένα μόνιμο πένθος στην ψυχή του, πένθος που του ενέπνευσε δύο από τα ποιητικά του αριστουργήματα :«Τάφος» και «Ο πρώτος λόγος των Παραδείσων
Ο Κωστής Παλαμάς πατάει στέρεα στη σύγχρονη πραγματικότητα
στη ζωντανή πραγματικότητα της εποχής του. Με το «Δωδεκάλογο του Γύφτου» (1907) ζητάει την ανανέωση της ελληνικής ζωής, την αναγέννησή της. Ζητάει να βγει η Ελλάδα από την «απελευθέρωσή» της. Να κινηθεί προς τα μπρος :«Ο δικός μας νόμος είναι ο δρόμος» λέει ο γύφτος. Δηλαδή η κίνηση, η πορεία προς τα εμπρός, αδιάκοπα. Ο Παλαμάς με το «Δωδεκάλογο» φέρνει στο έθνος μας και στην ανθρωπότητα το μήνυμα της νίκης, της αλλαγής και της προόδου.
Μα και μπροστά στο κοινωνικό ζήτημα δεν έμεινε αδιάφορος ο ποιητής. Ήξερε κι έβλεπε με πόνο τα βάσανα, τη φτώχια και την αθλιότητα των καταπιεζόμενων του κάμπου και της πόλης. Να πως εκφράζει τον πόνο του γι’ αυτό :
«Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι
Ποτάμια, πέλαγα, στεριές ξολοθρεμός και φρίκη,
χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου»
Στα 1910 δημοσιεύεται «Η φλογέρα του βασιλιά», ένα μεγάλο επικολυρικό ποίημα. Σ’ αυτό ο Παλαμάς ανασυνδέει το Βυζάντιο με τη σημερινή Ελλάδα, τραγουδάει τις φυσικές ομορφιές των ελληνικών τόπων και προπαρασκευάζει ιδεολογικά το λαό για τον αγώνα που θα ακολουθήσει με σκοπό την απελευθέρωση των σκλαβωμένων ελληνικών επαρχιών. Όπως και στο «Δωδεκάλογο» ο ποιητής βλέπει τον εργαζόμενο λαό σαν την κύρια δύναμη του έθνους η οποία θα το αναπλάσσει επαναστατικά.
Ο Κωστής Παλαμάς ασχολήθηκε με μεγάλη επιτυχία και με τη φιλολογική κριτική. Έγραψε κριτικές μελέτες για τον Κρυστάλλη, το Σολωμό, το Βαλαωρίτη κ.ά. Οι πρόλογοι των έργων του είναι από τα καλύτερα κριτικά δοκίμια της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Σολωμός, ο Βαλαωρίτης, το Δημοτικό Τραγούδι και η Κρητική Λογοτεχνία ήταν οι δάσκαλοί του στην ποίηση.
Ακούραστος εραστής του ωραίου, λάτρης και ειλικρινής υμνητής του, δεν παρέλειπε, ούτε δίσταζε να το παραδεχτεί όπου το συναντούσε, ακόμα και σε νέους, σε πρωτόβγαλτους. Ο Παλαμάς ήταν που όταν διάβασε για πρώτη φορά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, αναγνώρισε την αξία του και χωρίς επιφύλαξη είπε το περίφημο : «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις».
Έγραψε ακόμα και διηγήματα από τα οποία το καλύτερό του θεωρείται «Ο θάνατος του παλληκαριού» (1891) Το παλικάρι έχει μια έντονη προσωπικότητα που φτάνει ως τα όρια του συμβόλου. Συμβολίζει τον έλληνα που δεν ανέχεται τις μισές λύσεις, τα ημίμετρα, τους συμβιβασμούς. Που βάζει την ομορφιά και τη λεβεντιά του, πιο πάνω κι από τη ζωή. Πεθαίνει για να μη ζήσει σακατεμένο, άσχημο.
Στα 1903 παρουσιάζει το θεατρικό του έργο «Τρισεύγενη». Ιδανικά της ηρωίδας του είναι η λευτεριά, η δράση, το σπάσιμο των δεσμών της. Είναι ένα μοναχικό άτομο που έρχεται να επιβάλει ένα δικό του νόμο στη ζωή, αντίθετο με το καθιερωμένο.
Στα κατοπινά όμως χρόνια, και κυρίως στην κρίσιμη περίοδο 1923-1940 (ο Παλαμάς το 1923 είναι ήδη 64 ετών), η συμμετοχή του στη λογοτεχνική δραστηριότητα υπήρξε έντονη, αλλά όχι πάντοτε θετική. Δε μπόρεσε να παρακολουθήσει τα σύγχρονα ρεύματα ούτε και να ανανεώσει τη ντόπια ελληνική παράδοση. Βασική αιτία γι’ αυτό ήταν η έλλειψη σωστού κοινωνικού προσανατολισμού και μάλιστα η αρνητική κάποτε στάση του στις έντονες κοινωνικές εξελίξεις του καιρού του.
Έτσι το έργο του της εποχής του Μεσοπολέμου μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζεται από βαθιές αντιφάσεις τόσο κατά το μορφολογικό μέρος όσο και κατά το περιεχόμενο.
Πάντως στη συνολική θεώρηση το έργο του Παλαμά βαραίνει περισσότερο προς τη θετική προσφορά παρά προς την αρνητική.
Ο Ποιητής πέθανε σε βαθιά γεράματα στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, αφού γνώρισε και τη φρίκη της φασιστικής κατοχής.
Συνεπής προς τον εαυτό του, τη ζωή του και το έργο του, σάλπισε το εγερτήριο της αντίστασης κατά των κατακτητών με τούτους τους στίχους :
«Τούτο το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα
μεθύστε με τα’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα»
Ο λαός της Αθήνας, όπως είπαμε και στην αρχή, αψηφώντας τον κατακτητή συνόδεψε τον Παλαμά στον τάφο μ’ όλο το σεβασμό και την αγάπη του, τραγουδώντας τον Εθνικό μας Ύμνο.

Παλαμάς και Γλώσσα

Ένας υπουργός Παιδείας καλεί στο γραφείο του έναν ποιητή δημόσιο υπάλληλο. Τον παρατηρεί …για τη «χύδην διάλεκτον» στα ποιήματά του και τον… «διατάσσει επί ποινή απολύσεως, να μη γράφει του λοιπού τα ποιήματά του ως τα έγραφεν, αλλά να τα γράφει εις γλώσσαν… αρχαϊκοτέραν».
Συνέβη πριν 100 περίπου χρόνια. Ο υπουργός ήταν ο τότε πολιτευτής Ανδρέας Στεφανόπουλος κι ο υπάλληλος ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς, γραμματέας εκείνη την εποχή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Το γεγονός ξεσήκωσε τεράστιο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και σάλο στην προοδευτική πνευματική παράταξη. Όλοι στράφηκαν με περιέργεια στο φτωχό λόγιο - δημόσιο υπάλληλο, να δουν τις αντιδράσεις του. Εκείνος όχι μόνο αρνιέται την «υπουργική διαταγή», αλλά σε λίγους μήνες κυκλοφορεί στη ζωντανή λαλιά μια νέα συλλογή, πλημμυρισμένη από λαϊκό φως, με τον τίτλο «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου». Στον πρόλογό της, σαν είδος απάντησης στην προϊσταμένη αυθαιρεσία, αφήνει και τον επιγραμματικό τούτο λόγο, σταθμό στη γραμματεία μας :
«Είμαι ο ποιητής – γράφει – βέβαια ένας ποιητής μέσα στους πολλούς, απλός στρατιώτης του στίχου, όμως πάντα ο ποιητής που θέλει να κλείσει μέσα στους στίχους του τους πόθους και τα ρωτήματα του παντοτινού ανθρώπου και του πολίτη, τις έγνοιες και τους φανατισμούς. Μπορεί να μην είμαι άξιος πολίτης, μα δεν μπορεί να είμαι μονάχα ο ποιητής του εαυτού μου. Είμαι ο ποιητής του καιρού μου και του γένους μου».



Για το ποίημα « Πατέρες » : Μέσα στο ποιητικό έργο του ο Παλαμάς πολλές φορές παραγγέλλει στις νέες γενιές να συνεχίσουν τον πνευματικό διαφωτισμό του λαού και να αγωνιστούν για την προκοπή του. Τους συμβουλεύει να κρατήσουν από την παράδοση ό,τι συμφωνεί με τις αλλαγμένες κοινωνικές συνθήκες, και να γκρεμίσουν ό,τι έχει ξεπεραστεί και εμποδίζει την πρόοδο.

Ο Ξενόπουλος για τον Παλαμά

«Ο ποιητής ήταν φαιδρότατος, ευθυμότατος, ομιλητικότατος, γελαστικότατος. Στιγμές-στιγμές, στο σπίτι του με φίλους του, μου φαινόταν σαν αμέριμνο παιδί. Ευχαριστιόταν να μας διηγιέται παλιά ανέκδοτα, αστεία περιστατικά της ζωής του, απ’ την παιδική του ηλικία ως τα χθεσινά του, της ημέρας του. Και σπαρτάριζε από τα γέλια, ακούγοντας τα περίφημα ανέκδοτα του Μαλακάση ή της κυρίας Παλαμά. Μας έπαιζε και φάρσες, μασκαρευόταν ακόμα για να γελάμε – όταν, εννοείται, ο κύκλος ήταν πολύ στενός – και ποτέ δε θα τον ξεχάσω όπως μας παρουσιάστηκε ένα βράδυ σα στρατιώτης, με τα …αγιοβασιλιάτικα άρματα των παιδιών του.
Ζωηρά τον θυμάμαι και σε μια εκδρομή που κάναμε πανστρατιά στην Πεντέλη, καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, όπου, δίπλα στον ποιητή, είχαν φορτώσει και τις κουλούρες του γεύματός μας, να θέλει «να προσφωνήσει τα πλήθη», δηλαδή εμάς που ακολουθούσαμε.
Αλλά η ευδιαθεσία του εκείνη κόπηκε απότομα με το θάνατο του μικρού Άλκη. Από τη μαύρη μέρα που του πήρε ο Χάρος « τωραίο αγόρι, σπλάχνο του », δεν ξαναείδαμε τον πατέρα να γελάει όπως πρώτα…»


Ύμνος Ολυμπιακών Αγώνων : Η κίνηση για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων άρχισε στα τέλη του περασμένου αιώνα με εμψυχωτή το Γάλλο Πιέρ ντε Κουμπερτέν. Το 1896 έγιναν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα. Με την ευκαιρία ανατέθηκε στον Παλαμά να γράψει τον ύμνο των αγώνων. Ήταν αυτό μια πρώτη επίσημη αναγνώριση της ποιητικής αξίας του.
Η μελοποίηση του ύμνου έγινε από τον Σπυρ. Σαμάρα.

Ο Γιώργος Σεφέρης για τον Παλαμά


Να τι έγραψε ο Σεφέρης για το θάνατο του Παλαμά
« Ο Κωστής Παλαμάς δεν πέθανε. Ο Παλαμάς ζει.
Υπάρχει παντού όπου υπάρχει ελληνική φωνή. Υπάρχουν πραγματικά άνθρωποι που δεν πεθαίνουν. Γιατί η ζωή τους στάθηκε τέτοια, που ανοίγεται, σαν τις ρίζες των μεγάλων δένδρων και σαν τις φλέβες του κρυφού νερού, ανάμεσα στο λαό τους.
……………………………………………………………………………
Ο Παλαμάς είναι πολλά πράγματα. Άλλα αρέσουν και άλλα δεν αρέσουν. Ένας φίλος μου που δεν αγαπούσε τον ποιητή έλεγε : «Όταν ξεσπάσουν τα νερά και γίνουν καταρράχτες, δεν κατεβάζουν μόνο μενεξέδες κι αγριολούλουδα, κατεβάζουν και πέτρες και «κοτρόνια».
……………………………………………………………………………..
Θαρρώ πως στον τόπο μας – συνεχίζει ο Σεφέρης – όπου όλοι είμαστε τόσο πικρά αυτοδίδακτοι, κανένας άλλος, σαν αυτόν, δεν έδειξε τέτοια και τόσο ταπεινή φροντίδα για τις δοκιμές εκείνων που έμπαιναν στον προθάλαμο της τέχνης.
Πάει ο μεγαλόκαρδος γέρος !
……………………………………………………………………………..
Ο Παλαμάς είναι μια μεγάλη ζωή, ένα γυμνό αντρίκειο σώμα που παλεύει και χτυπά ολοένα για να γκρεμίσει ένα αψηλό παλιό φράγμα που εμποδίζει να ξεχυθούν πέρα στον κάμπο τα νερά της λευτεριάς. Και το γκρέμισε το θεόρατο τείχος. Και τα νερά λευτερώθηκαν και τρέχουν ακολουθώντας τη μοίρα τους. Έτσι ο Παλαμάς στάθηκε μια δύναμη της φύσης. Της ελληνικής πνευματικής φύσης. Ρίζωσε, απλώθηκε, ελευθέρωσε την ψυχή, όχι ενός μικρού λαού της Βαλκανικής, αλλά ενός απέραντου λαού : του ελληνικού πνευματικού λαού.
Από τον Παλαμά και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός, όχι εύκολος.

Από τα σατιρικά γυμνάσματα (1908-1909)
Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,
ένα θεό εγώ ξέρω· την Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμ’ ωραίος.

Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά τού γάμου•
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,

πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια
με γιομίζεις• πλαταίνεις την καρδιά μου,

σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη !
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.

Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει.



Από το ποίημα : Πατέρες
Παιδί το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του
...........................................


Από τον Κύκλο των Τετράστιχων
Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι.
Ποτάμια, πέλαγα, στεριές ξολοθρεμός και φρίκη.
Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου

Ολυμπιακός Ύμνος
Αρχαίον Πνεύμα Αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ' αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψ' εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ' ουρανού.
Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ' αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί.
Κάμποι, βουνά, και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίον Πνεύμα Αθάνατο, κάθε λαός.

Από το :
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)
Δουλεύτε τον ξανά τον κόσμο
............................
Όσα βουνά κι αν ανεβείτε
απ' τις κορφές τους
θ' αγναντεύτε άλλες κορφές
ψηλότερες,
μιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα
..........................

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Αυγεριναί του ηλίου
ακτίνες, τι προβαίνετε;
τάχα αγαπάει να βλέπει
έργα ληστών το μάτι
των ουρανίων;

Ανδρέα Κάλβου ΩΔΑΙ, Τα Ηφαίστεια (Λυρικά, Παρίσι 1826)