Ο συγγραφέας-ποιητής Γιώργος Μπαρμπέρης στο δήμο Ηλιούπολης
Για το βιβλίο του Γιώργου Μπαρμπέρη "ηδονικές συναντήσεις" εδώΑπό τις "Ενδοφλέβιες διαδρομές"Τα χέρια σουΤα χέρια σουφτερούγες του σύμπαντοςαπολήξεις γαλαξιώντα χέρια σουεύθραυστες κορυφέςαπό εύφορα στάχυασάρκινες υδρορροέςαιμοφόρα στρώματαυπόγειων παραδείσωντα χέρια σουαιωρούμενες σπίθεςπανάρχαιων εστιώνφωτεινά μονοπάτιακλίμακες αισθημάτωνπρος το άπειροτο πέρατο παντούτο άχρονο.Η άλλη ΆνοιξηΕσύ μου μιλάς για την Άνοιξη,για τον καταιγισμό των χρωμάτωνστα πολύμορφα κεφαλάκια των λουλουδιών."Μια πολύχρωμη πεταλούδα στάθηκεπάνω σε μια κόκκινη παπαρούνα".Εγώ προσπαθώ να χαμογελάσωενθαρρύνοντας τον ενθουσιασμό σου.Με τι τρόπο θα μπορούσα,χωρίς να ταράξω την εκστατική γαλήνη σου,χωρίς η φωνή μου να φανεί ανάρμοστημέσα στην ευωδιαστή πλημύρα της Άνοιξης,να σου πω απλά, πως για μένα
κάθε κόκκινη παπαρούνα
είναι μια ματωμένη καρδιά,
κάθε στάχυ γερμένο
είν' ένα γερμένο κεφάλι
και πως οι κόρες των ματιών μου
θα καθρεφτίζουν πάντα τη στιγμή
που δύο πάνοπλοι στρατιώτες
έσυραν από τα μαλλιά μια νεαρή κοπέλα,
μάτωσαν με χτυπήματα το πρόσωπό της,
μια κηλίδα αίμα σημάδεψε το δρόμο ένα ουρλιαχτό πόνουκομμάτιασε την ανοιξιάτικη νύχτα.-Κάτι με ρώτησες, τι με ρώτησες;Α, για την πασχαλιά.
Ναι, μ' αρέσει έτσι ανθισμένη.Αυτό το κλαρί στην κορυφή, δες,μοιάζει με μια σφιγμένη γροθιάυψωμένη με οργή στον αέρα.
Οι λέξεις
Κουράστηκα τόσο πολύ
παγιδευμένος ανάμεσα στις λέξεις
που ταίριαζα άλλοτε με ευχαρίστηση∙μπορούσα στ' αλήθεια να τις ανακατεύω
κι έπειτα να διαλέγω τις πιο κατάλληλες
κι έτσι να χρωματίζω ένα τοπίο,
μιαν ιδέα, ένα πρόσωπο.
Τις έστελνα απροσκάλεστες
στα σπίτια, στα καφενεία,
στους δρόμους, στις πλατείες,
στα μικρά συνοικιακά μαγαζάκια,
στις μισόφωτες κρεβατοκάμαρες,
στα γραφεία, στα εργοστάσια.
Τώρα γυρίζουν πάλι πίσω
με κλάματα και απειλές
λες και ζητούν εκδίκηση.
Με πόνο ψυχής τις μαζεύω
και τις βάζω σε τάξη ξανά.
Με βοηθούν να ταιριάξω
το λυπημένο βλέμμα τ' αγοριού
που βαδίζει στην παραλία,
με το γέλιο που ξεχύθηκε
από τα χείλη της Ελένης,
να δώσω συνέχεια στο χέρι
που απλώθηκε σε χειραψία
κι έμεινε μετέωρο
στη θέα του μαχαιριού.
Όμως συχνά συλλογιέμαι
αν αξίζει τον κόπο.
Κι είναι φορές που σκέπτομαι
να τις ξεφορτωθώ∙ας τραβήξουν επιτέλους
το δρόμο τους.
Λαχτάρισα κι εγώ
ένα κορμί χωρίς συνείδηση,
χωρίς δεσμεύσεις,
ιδεολογικά κατασκευάσματα,
ελεγχόμενο ερωτισμό,
ιστορικές νομοτέλειες.
Αν και γνωρίζω, μεταξύ μας,
πως η λαχτάρα αυτή
δεν ισοδυναμεί με παραίτηση
κι η παρουσία των λέξεων
όσο αβάσταχτη κι αν φαίνεται
είναι παρηγοριά και λύτρωση
και βάλσαμο ψυχής.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί η ταινιούλα:
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα. ----------------------------------------- Για το Νίκο Καββαδία και εδώ
Τριάντα χρόνια από το θάνατο του κορυφαίου τραγουδιστή
«Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού, σβήνω κυλώντας στα νερά / Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς σαλτάροντας με τις τριχιές του λιβανιού, πήρα το δρόμο της σποράς / Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι του σπαθιού, είχα τον ύπνο του λαγού / Αγνάντευα την πυρκαγιά της θεμωνιάς αμίλητος την ώρα της συγκομιδής, πήρα ταγάρι ζητιανιάς / Αντάμωσα τον χάρο της ξερολιθιάς, το άλογο στ' αλώνι να ψυχομαχεί, πήρα ταγάρι ζητιανιάς». «Γεννήθηκα» (από την «Ιθαγένεια», 1972, σε στίχους Κ. Χ. Μύρη και μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου) - Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται αύριο από το θάνατο του Νίκου Ξυλούρη (8/2/1980), του λυράρη και τραγουδιστή, που με τη μοναδική αγέρωχη φωνή του χάραξε τη σφραγίδα του σε σπουδαίες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού. Ηταν η φωνή που δέσποσε στη δεκαετία του '70, σηκώνοντας στις πλάτες του το προοδευτικό τραγούδι στα χρόνια της δικτατορίας και στις αρχές της μεταπολίτευσης. Ηταν η φωνή που στα πατήματα και στις αναπνοές της αντηχούσαν οι κρητικές μαδάρες και συνάμα κουβαλούσε τα αρώματα της ποίησης του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Βάρναλη, κ.ά. Ποτέ άλλοτε τραγουδιστής δεν πέρασε από το δημοτικό τραγούδι στο λόγιο, όχι μόνο χωρίς απώλειες, αλλά, αντίθετα, με δάφνες γενικής αναγνώρισης. Ο Αρχάγγελος της Κρήτης με την ίδια δύναμη που τραγούδησε ριζίτικα του τόπου του, τραγούδησε Μαρκόπουλο, Ξαρχάκο, Χάλαρη, Λεοντή, Κόκκοτο, Ανδριόπουλο, Γκάτσο, Γεωργουσόπουλο, Σεφέρη, Σολωμό, Κινδύνη, Ρίτσο, Φέρρη, κ.ά. Με αυτά τα τραγούδια, που μπόλιασε μοναδικά με το αξεπέραστο ηχόχρωμά του και τη λεβεντιά του, συντρόφεψε το λαό μας στις αναζητήσεις και στους αγώνες του.